Το Μιλάνο αντεπιτίθεται

2015-07-31 14:11

Το Μιλάνο είναι μία από τις λίγες ευρωπαϊκές πόλεις που μπορούν να καυχιόνται πως έχουν δύο ομάδες με τόσο πλούσια ποδοσφαιρική παράδοση. Μίλαν και Ίντερ, δεν είναι φυσικά μόνο δύο από τις κορυφαίες ομάδες της Ιταλίας, αλλά και δύο ομάδες με τεράστια ιστορία και πολλές επιτυχίες στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα, ενώ τη φανέλα τους έχουν φορέσει μερικοί από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, είναι γεγονός πως και οι δύο διαγράφουν μία φθίνουσα και σχεδόν παράλληλη πορεία. Οι δύο “άσπονδες” συμπολίτισσες αδυνατούν να πρωταγωνιστήσουν όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και στο ιταλικό πρωτάθλημα και η παρουσία τους δεν ταιριάζει καθόλου στην ιστορία και το όνομα που έχουν και οι δύο. Αποκορύφωμα φυσικά η χρονιά που πέρασε, όταν ούτε η μία ούτε η άλλη κατάφεραν να εξασφαλίσουν ένα ευρωπαϊκό εισιτήριο, απόρροια της κρίσης στην οποία έχουν βυθιστεί και οι δύο ομάδες.

Παρ' όλα αυτά, το φετινό καλοκαίρι κάτι δείχνει να αλλάζει. Με το... ζεστό ασιατικό χρήμα που ρέει πλέον άφθονο στο Μιλάνο μετά την είσοδο του Ινδονήσιου επιχειρηματία Έρικ Τοχίρ και του Ταϊλανδού Μπι Ταετσαουμπόλ στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της Ίντερ και της Μίλαν αντίστοιχα, οι δύο ομάδες φαίνεται πως εγκατέλειψαν τη σφιχτή οικονομική πολιτική των τελευταίων χρόνων και φανέρωσαν από τις πρώτες κιόλας ημέρες της μεταγραφικής περιόδου τη διάθεσή τους να κινηθούν δυναμικά, προχωρώντας σε κάποιες δυνατές μεταγραφές με στόχο να επανέλθουν δυναμικά, αρχικά στις πρώτες θέσεις της Serie A και στη συνέχεια στο ευρωπαϊκό προσκήνιο.

 

ΙΝΤΕΡ

Από το τρεμπλ του 2010 και μετά, η Ίντερ βρίσκεται σε έναν κατήφορο δίχως σταματημό και μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να σηκώσει κεφάλι. Μετά τα τέσσερα συνεχόμενα πρωταθλήματα (2007-2010) και τον θρίαμβο της κατάκτησης του Champions League, οι “νερατζούρι” είναι φανερό πως δεν κατάφεραν να διαχειριστούν σωστά τις επιτυχίες αυτές και αναλώθηκαν σε πολλές λάθος επιλογές. Αρκεί να σημειώσουμε πως από τον πάγκο της ομάδας έχουν περάσει έξι προπονητές τα τελευταία πέντε χρόνια (Μπενίτεθ, Λεονάρντο, Γκασπερίνι, Ρανιέρι, Στραματσιόνι, Ματσάρι) χωρίς κάποια ιδιαίτερη επιτυχία, ενώ ο έβδομος, ο Ρομπέρτο Μαντσίνι, επέστρεψε στην ομάδα τον περασμένο Νοέμβρη με σκοπό να οδηγήσει ξανά τους “νερατζούρι” στις επιτυχίες (κέρδισε δύο πρωταθλήματα, δύο Κύπελλα και δύο Σούπερ Καπ στην προηγούμενη θητεία του) χωρίς όμως να έχει καταφέρει να αλλάξει τα πράγματα προς το καλύτερο.

Από το 2011 και μετά η ομάδα τερματίζει πάντα εκτός των θέσεων που οδηγούν στο Champions League, ενώ τη φετινή χρονιά δεν κατάφερε να βγει ούτε στο Europa League (όπως και το 2013), τερματίζοντας όγδοη. Από τον Οκτώβρη του 2013, όταν και ο Έρικ Τοχίρ απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών από τον ιστορικό πρόεδρο της Ίντερ, Μάσιμο Μοράτι, οι φίλοι των “νερατζούρι” ελπίζουν σε καλύτερες μέρες, όμως η μεγάλη οικονομική δύναμη που απέκτησε η ομάδα δεν έφερε μέχρι στιγμής κάποιο καλύτερο αποτέλεσμα αγωνιστικά. Στις μεταγραφικές περιόδους που ακολούθησαν, η Ίντερ έκανε κάποιες αξιοσημείωτες κινήσεις που όμως στη συνέχεια δεν αποδείχθηκαν επιτυχημένες (Βίντιτς, Μ' Βιλά, Σακίρι, Ποντόλσκι), όμως το φετινό καλοκαίρι η ομάδα του Μαντσίνι μπήκε δυναμικά στο παζάρι.

Οι “νερατζούρι” ενισχύθηκαν σημαντικά στη θέση όπου “πονούσαν” περισσότερο, στην άμυνα, με την απόκτηση του διεθνή Βραζιλιάνου Μιράντα από την Ατλέτικο Μαδρίτης, του Χέισον Μουρίγιο (έκανε εξαιρετικό Κόπα Αμέρικα με την Κολομβία) από τη Γρανάδα, ενώ ο Μάρτιν Μοντόγια θα καλύψει το δεξί άκρο, βρίσκοντας σαφώς πολύ περισσότερο χρόνο απ' ό,τι στη Μπαρτσελόνα. Η πιο “λαμπερή” μεταγραφή της Ίντερ όμως για την ώρα, είναι αυτή του Ζόφρι Κοντόγκμπια από τη Μονακό, έναντι 35 εκατομμυρίων ευρώ. Πρόκειται σαφώς μία τεράστια μεταγραφική επιτυχία για την Ίντερ, αφού σε ηλικία 22 ετών, ο Κοντόγκμπια θεωρείται ένας από τους πιο ταλαντούχους μέσους και μπορεί να δώσει πολλή ποιότητα στο κέντρο των “νερατζούρι”, ενώ λόγω του νεαρού της ηλικίας του ενδεχομένως να προσφέρει πολλά περισσότερα από ό, τι ο Γιάγια Τουρέ, που ήταν για μήνες ο διακαής πόθος του Μαντσίνι μέχρι να αποφασίσει να μείνει στην Μάντσεστερ Σίτι. Φυσικά, η μεταγραφή αυτή έχει και μία άλλη ξεχωριστή σημασία για την Ίντερ, αφού οι “νερατζούρι” απέκτησαν τον Γάλλο χαφ σε βάρος της “μισητής” συμπολίτισσας Μίλαν που επίσης επιθυμούσε την υπογραφή του, σε μία από τις μεγαλύτερες μεταγραφικές μάχες των τελευταίων χρόνων.

Έτσι λοιπόν, η ομάδα του Ρομπέρτο Μαντσίνι ισχυροποιείται σε καίριες θέσεις εν όψει της επόμενης χρονιάς, ενώ αν κερδίσει και το μεγάλο στοίχημα της παραμονής των Χαντάνοβιτς, Κόβασιτς και Ικάρντι (υπάρχει έντονο ενδιαφέρον κυρίως από Αγγλία), τότε θα έχει βάλει τις βάσεις για τη δημιουργία μιας δυνατής ξανά ομάδας που θα διεκδικήσει από την επόμενη κιόλας χρονιά θέση στην πρώτη τριάδα της Serie A.

 

ΜΙΛΑΝ

Όταν μιλάμε για την επτάκις πρωταθλήτρια Ευρώπης Μίλαν, το μόνο βέβαιο είναι πως η 8η και 10η θέση στις οποίες τερμάτισε πρόπερσι και πέρσι αντίστοιχα είναι τουλάχιστον ντροπιαστικές για το μέγεθος του συλλόγου. Μπορεί η αποδυνάμωση της ομάδας να ξεκίνησε ουσιαστικά το 2012 μετά τις αποχωρήσεις κυρίως των Τιάγκο Σίλβα και Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς για την Παρί Σεν Ζερμέν (σε ένα κομβικό καλοκαίρι για τη Μίλαν αφού αποχαιρέτησαν και οι Ζέεντορφ, Ιντζάγκι), όμως η αγωνιστική κατρακύλα των “ροσονέρι” παρατηρήθηκε την τελευταία διετία. Το ταμείο... στέρεψε από χρήματα τα τελευταία χρόνια, η διοίκηση ακολούθησε μία πολιτική απόκτησης κυρίως ελεύθερων και αμφιβόλου αξίας για ένα μέγεθος όπως η Μίλαν παικτών, ενώ τα... πειράματα με τους Ζέεντορφ και Ιντζάγκι στην τεχνική ηγεσία, μετά την απομάκρυνση του Μασιμιλιάνο Αλέγκρι που την είχε οδηγήσει στο πρωτάθλημα του 2011 και φέτος πήρε νταμπλ με τη Γιουβέντους φτάνοντας και στον τελικό του Champions League, αποδείχθηκαν καταστροφικά.

Η είσοδος όμως του Ταϊλανδού μεγιστάνα, Μπι Ταετσαουμπόλ, στα διοικητικά της ομάδας φαίνεται πως άλλαξε τα δεδομένα. Μετά από μέρες σκληρών διαπραγματεύσεων με τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο “Mr Bee” απέκτησε στις αρχές του περασμένου Ιούνη το 48% των μετοχών της Μίλαν και αμέσως κάτι άρχισε να... κινείται. Αρχικά, οι “ροσονέρι” άφησαν στην άκρη τα πειράματα με τους πρωτάρηδες προπονητές και συμφώνησαν με τον Σίνισα Μιχαΐλοβιτς για την ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας, ενός προπονητή με εμπειρία πλέον από τους πάγκους της Serie A, κυρίως μετά τις θητείες του σε Φιορεντίνα και Σαμπντόρια.

Στη συνέχεια η Μίλαν φρόντισε να κάνει αισθητή την παρουσία της στο μεταγραφικό παζάρι στοχεύοντας εξ αρχής σε δυνατά ονόματα. Η “επιχείρηση Κοντόγκμπια” όμως στέφθηκε με απόλυτη.... αποτυχία, αφού οι “ροσονέρι” έχασαν από την Ίντερ τη μάχη που έδωσαν μέχρις εσχάτων για την απόκτησή του, ενώ λίγο αργότερα υπέστησαν το απόλυτο μεταγραφικό κάζο με την περίπτωση του Τζάκσον Μαρτίνες, αφού ενώ όλα έδειχναν ότι ο Κολομβιανός φορ θα φορούσε τα κοκκινόμαυρα, κατέληξε τελικά στην Ατλέτικο Μαδρίτης!

Πεισμωμένη όμως από τις παραπάνω μεταγραφικές “χυλόπιτες”, η Μίλαν έδωσε γρήγορα τις δικές της απαντήσεις, ενισχύοντας για την ώρα το επιθετικό κομμάτι της, σε αντίθεση με την Ίντερ που φρόντισε πρώτα για τα μετόπισθεν. Το “κανόνι” της Σεβίλλης και δεύτερος σκόρερ του περσινού Europa League, Κάρλος Μπάκα, αλλά και ο δεύτερος σκόρερ του περσινού Champions League, Λούιζ Αντριάνο, αποτέλεσαν τις δύο ηχηρές μεταγραφές για την επίθεση των “ροσονέρι”, ενώ η απόκτηση των Αντρέα Μπερτολάτσι και Χοσέ Μάουρι θα δώσουν ποιότητα και στη μεσαία γραμμή. Επόμενος στόχος για τη Μίλαν είναι η ενίσχυση στην άμυνα, η οποία γίνεται ακόμη πιο επιτακτική μετά την αποχώρηση του Αντίλ Ραμί για τη Σεβίλλη. Εάν οι “ροσονέρι” δυναμώσουν και την άμυνά τους και με δεδομένο το γερό ξεσκαρτάρισμα στους παίκτες που δεν έπεισαν και που ήδη έχει αρχίσει να γίνεται στο ρόστερ (Εσιέν, Μουντάρι, Μπονέρα, Πατσίνι), οι φίλοι της Μίλαν μπορούν να ελπίζουν πως φέτος θα δουν την ομάδα τους ξανά σε ρόλο πρωταγωνιστή και όχι κομπάρσου.

                                                                                                                                                                    ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΚΑΚΗΣ

Επαφή